Print article


Seven Poems by Stella Arkádi
from the Collection of Poems
(Published by “Eriphyle”, Athens 2007)

Translation form the Greek:


The mighty hour

Abundant colours, like this porphyry
spread in dreams: occasionally in the body too,
an amulet to drive away misery.
Then, all of a sudden: viva la muerte.
In the affirmative, as acceptance.
A whiff of wind brought that small piece of paper
with the “Anatomy Lesson”.
It was so that me and Rembrandt got to know each other.
I am tormented by the dead man
who will be soon parcelled out
for the sake of knowledge.
I too, am learning. About the extreme humiliation.
Without metaphysics. I am terrified. Angry.
The painter too, loses his temper: “Shut your mouth,
devil of a child you know nothing about death”.
No, Mister Rembrandt: the people of children
are neither innocent, nor happy.
You, my King of Painting, I read it correctly:
“Doctor Tulp’s Anatomy Lesson”.
It is for this reason that I need my mighty hour.
The loss

It’s been long since I’ve last heard my tongue.
Those vowels caressing the skin’s soft velvet,
the body draped in a gown of flowers
all this fine rotundity
all this musical saintliness
the other elements hustling near –
purling brooks, a cooling breeze
touching softly the chords, your body dancing
captured by the charming skill of the language.
Soundboards surrender to the melody
a severe voice utters mournfully a prophecy,
enchanting, whether it bids condemnation
or it announces forgiveness and mercy.
The lotus-eaters are now content with grunts and hissings
which only allow them to climb on their prey
and feed like parasites from its blood.
On guard duty behind the wooded glen
I am waiting for poetry to return.
The alien feathers

This devil south wind grabs the plane-trees’ dust
and stuffs it in my eyes. I don’t want to cry.
I want to go to Paradise. I’m eating an apple. Such lust!
–I’ve no clue about symbols–
but if I go to Paradise I’ll find them
the dead children.
I’m sitting next to the water that pours into the trench
lashes itself, foams, and throws on me its drizzle.
I’m thirsty. And the apple is sour.
A feather, snow-white, sticks on my wet face.
And another. And another. Many more.
They stick on my dress too.
This is how I shall go, with my feathers,
in this dramatic happiness.
In this white freedom.
I throw my sour apple in the millstream.
This bad, bad wind wails in the plane-trees,
in the osiers, and in my chest.
“These feathers belong to the dead child
and they’re stuck on my body.
So that I can fly away; so that I can die.
Join their party, become one of them”.
The little demons
The children, a small people
who will never become a polity

The unbaptised ones are buried in the yard
of Aghia Kyriaké.
They say that they are crying in the night.
There is no place for them to go.
(the Orthodox have no Limbo for them);
I am waiting for the night to fall
so that I can hear them.
My feet in the water of Peghé
among the cress and the wild celery,
a midsummer happiness, godsent.
Behold, the beautiful place
for the unbaptised little demons!
What use have they of Heavens.
Death enamoured*

I like dramatic stories
for example devotion and love
to the very end.
The fire burns the souls
and death enamoured
thrives on the cheeks of Sunday’s
dead girl.
I approach with admiration,
ecstatic, almost envious.
So conspicuous is eternity for me.
The myth of darkness, and despair,
are dismissed.
I abandon myself to the beautiful whispers
of a chapter untaught
and beyond history.

* Title of a short story by Theóphile Gautier.


When you are of the same age as death,
unripe and innocent, he comes sometimes
to play a hand with you,
one of those accuracy games he’s so fond of.
In order to scorn your credulity
“Get lost and may you die in pain”.
I follow mother from a distance with stealthy steps.
My naked feet can take no more
so I stop in the big meadow with the daisies
and the poppies. There are so many.
So red.
So red is paradise.
They’re firing from the hill; bullets whistle round me
–what is this then that upturns the soil
with its grass and its flowers–
They’re doing something. They’re after something.
Them that will die in pain as mother says.
She gave me a thrashing: don’t you dare move.
They kill the children.
All the demons kill children.
I’m on my way again.
“These men” from up-hill, by the stone bridge of Vafés
take down to the river a measuring rod.
They are laughing so,
that I tremble. Let’s go, I say to Eléni.
Elén, Elén, Elén echoes their howl.
We hide in the basement in clement obscurity.
In a little while the light becomes bolder.
The place is crammed with sacks – we huddle in.
Out of curiosity we pierce one sack with a pruning knife.
God almighty! It’s raisins! We eat and eat, we nearly burst.
Liars about Hell! And about the raisins!
There aren’t any they said.
One night wild-looking men with beards come
to take away the sacks. They lift one, it shrinks to its half.
The men with the beards smile at us.
“They were for the guerillas”, says years later
our father.
The third bell

The wind turns the page prepares it for writing
it makes the colour brighter, removes the stone-chips
from the chisel, as I write, draw, or cast forms.
For you: well carved out that you are, my chisel
is at a loss, and I as stone carver, useless.
I resist the innermost despair;
let me become a slab of marble
let my soul become stone
let the night pronounce the roll-call
of all the daily glooms.
And if possible, let me rest on concepts
comfortable. I cannot stand the flutter
when the third bell rings and I must come out
on stage.
Or let me become the perfect thing
and not evaporate in empty words. To avail.
And as I am going down the steps
I want my speech to be modest
–it comes from the very depths, devoutly–
And as life is a force commanding
I can hear it dictating to me:
Good shot.
For the here and now.

Η κραταιή ώρα

Όλβια χρώματα, όπως εκείνο το πορφυρό
απλωμένο στα όνειρα: ενίοτε και στο κορμί
ξόρκι για το μίζερο.
Κι αίφνης εκείνο το: viva la muerte.
Ως κατάφαση, ως αποδοχή.
Το ’φερεν ο αέρας εκείνο το χαρτάκι
με το «Μάθημα Ανατομίας».
Έτσι γνωριστήκαμε με τον Ρέμπραντ.
Με παιδεύει ο νεκρός που σε λίγο
θα τεμαχιστεί για να μάθουν.
Μαθαίνω κι εγώ. Για την ακραία ταπείνωση.
Χωρίς μεταφυσική. Τρομάζω. Θυμώνω,
εξοργίζεται κι ο ζωγράφος: «Σκάσε διαβολόπαιδο
τίποτα δεν ξέρεις εσύ για το θάνατο».
Όχι, Κύριε Ρέμπραντ: δεν είναι ούτε αθώος
ούτε ευτυχισμένος ο λαός των παιδιών.
Βασιλιά μου της Ζωγραφικής, σωστά το διάβασα.
«Μάθημα Ανατομίας του Ιατρού Τουλπ».
Και γι’ αυτό χρειάζομαι την κραταιή ώρα μου.
Η απώλεια

Καιρός που δεν ακούω τη γλώσσα μου.
Εκείνα τα φωνήεντα να χαϊδεύουν το χνούδι
του δέρματος, να ντύνεται άνθινη εσθήτα το κορμί
όλη τη στρογγυλάδα της καθαρότητας
όλη τη μουσική αγιοσύνη
κι από κοντά τ’ άλλα στοιχεία
ρυάκια που κελαρύζουν, αύρα να δροσίζεσαι
ν’ αγγίζει απαλά τις χορδές, και να χορεύει
το σώμα σου δοσμένο στη μαεστρία της γλώσσας.
Ηχεία υποταγμένα στη μελωδία
φωνή αυστηρή, θρηνητικά να προφητεύει
να γοητεύει κι όταν ακόμη εντέλλεται καταδίκη
ή αγγέλλει τη συγγνώμη και την επιείκεια.
Οι λωτοφάγοι αρκούνται πια σε συριγμούς
και γρυλίσματα ίσα-ίσα για να σκαρφαλώνουν
στο θήραμα και να τρέφονται ως παράσιτα
με το αίμα του.
Φυλάω, σκοπιά πίσω απ’ τη νάπη
έως ότου επιστρέψει η ποίηση.

Τα ξένα φτερά

Ο δαίμονας ο νοτιάς αρπάζει την πλατανόσκονη
και τη χώνει στα μάτια. Δε θέλω να κλάψω.
Θέλω να πάω στον Παράδεισο. Τρώγω ηδονικά
ένα μήλο – ούτε που ξέρω τα σύμβολα –
αλλ’ αν πάω στον Παράδεισο θα τα βρω
τα πεθαμένα παιδιά.
Κάθομαι δίπλα στο νερό που πέφτει στην αμπολή
χτυπιέται κι αφρίζει πετά ψιχάλες απάνω μου.
Διψώ. Και το μήλο στυφίζει.
Ένα φτερό πάλλευκο κολλά στο βρεγμένο μου πρόσωπο.
Κι άλλο. Κι άλλο. Κι άλλα. Και πάνω στο ρούχο μου.
Έτσι θα φύγω με τα φτερά μου
μ’ αυτή τη δραματικήν ευτυχία.
Και μιαν ελευθερία λευκή.
Πετώ στο μυλαύλακο το στυφό μου μήλο
ο άνεμος ο κακός ολοφύρεται στα πλατάνια
και τις λυγιές και το στήθος μου.
«Τα φτερά είναι του πεθαμένου παιδιού
κόλλησαν στο κορμί μου.
Για να πετάξω• για να πεθάνω.
Και να τους κάνω παρέα».

Τα τελώνια

Ο μικρός λαός τα παιδιά
που δεν θα γίνουν ποτέ πολιτεία

Τ’ αβάφτιστα, τα θάβουν στον περίβολο
της Αγίας Κυριακής.
Λένε πως κλαίνε τις νύχτες.
Δεν έχουν μέρος να πάνε.
(οι Ορθόδοξοι δεν έχουν Limbo γι’ αυτά)•
Περιμένω να νυχτώσει για να τ’ ακούσω.
Τα πόδια μου στο νερό της Πηγής
ανάμεσα στο κάρδαμο και τ’ αγριοσέλινο
μια ευτυχία κατακαλόκαιρο θεόσταλτη.
Να, μέρος ωραίο για τα τελώνια τ’ αβάφτιστα.
Τι τον θέλουν τον ουρανό.

Ο ερωτευμένος θάνατος*

Μ’ αρέσουν οι δραματικές ιστορίες
π.χ. η αφοσίωση και η αγάπη
μέχρις εσχάτων.
Η φωτιά καίει τις ψυχές
κι ο ερωτευμένος θάνατος
θάλλει στα μάγουλα του νεκρού κοριτσιού
της Κυριακής.
Το πλησιάζω με θαυμασμό
και με έκσταση
σχεδόν το ζηλεύω
τόσο ευδιάκριτη μου είναι
η αιωνιότης.
Ο μύθος του σκότους και η απόγνωση
Αφήνομαι στους ωραίους ψιθύρους
σ’ ένα κεφάλαιο αδίδακτο
και εκτός ιστορίας.

* Τίτλος από διήγημα του Τεοφίλ Γκωτιέ.



Άμα είσαι συνομίληκος με το θάνατο,
άγουρος κι αθώος, έρχεται καμιά φορά
να παίξει μαζί σου μια παρτίδα
από κείνα τα δικά του ευθύβολα παιγνίδια.
Για να χλευάσει την ευπιστία σου.
«Αμέτε στα κομμάτια κακοθάνατοι».
Ακολουθώ από μακρυά στα κλεφτά τη μητέρα.
Τα γυμνά μου πόδια δεν αντέχουν
και μένω στο μεγάλο λιβάδι με τις μαργαρίτες
και τις παπαρούνες. Τόσες πολλές.
Τόσο κόκκινες.
Τόσο κόκκινος ο παράδεισος.
Από το ύψωμα πολυβολούν• σφυρίζουν γύρω μου σφαίρες
– τι ’ναι τέλος πάντων αυτό που σηκώνει το χώμα
με το χορτάρι και τα λουλούδια –
Κάτι κάνουν. Κάτι θέλουν αυτοί. Οι άλλοι
οι κακοθάνατοι που λέει η μαμά.
Μ’ έδειρε: να μη φύγεις.
Τα παιδιά τα σκοτώνουν.
Όλοι οι δαιμόνοι σκοτώνουν παιδιά.
«Αυτοί» από πάνω, στη Βαφιανή καμάρα κατεβάζουν
ένα κοντάρι στο ποτάμι και γελάνε τόσο
που τρέμω. Πάμε, λέω στην Ελένη.
Ελέν, Ελέν, Ελέν ουρλιάζουν.
Κρυβόμαστε στο υπόγειο με το καλό σκοτάδι.
Σε λίγο ξεθαρρεύει το φως.
Στρυμωχνόμαστε ανάμεσα σε σακιά.
Η περιέργεια τρυπά μ’ ένα κλαδομάχαιρο ένα.
Θεέ και Κύριε! Σταφίδες! Τρώμε, τρώμε. Να σκάσουμε.
Ψεύτες για την κόλαση! Δεν έχει, μας έλεγαν.
Κάποια νύχτα έρχονται κάτι θεριά με γένια
να πάρουν τα σακιά και καθώς πάνε να σηκώσουν
το πρώτο, ξεφουσκώνει, μικραίνει στο μισό του.
Αυτοί με τα γένια μας χαμογελούν.
«Ήταν για τους αντάρτες», λέει χρόνια μετά
ο πατέρας.

Το τρίτο κουδούνι

Ο άνεμος γυρίζει το φύλλο για τη γραφή
ζωηρεύει το χρώμα, απομακρύνει τη λατύπη
από τη σμίλη, καθώς γράφω, ζωγραφίζω, λαξεύω.
Για σένα: εύτορνος καθώς είσαι δεν έχω
να σμιλέψω, άχρηστος ως λιθοξόος εγώ.
Αντιστέκομαι στη μέσα-μέσα απελπισία
ας γίνω ένα κομμάτι μάρμαρο
να πετρώσει η ψίχα μου
να ’ρθει η νύχτα ν’ αποδελτιώσει
τα ημερήσια σκότη.
Κι αν γίνεται, ν’ αναπαυτώ σε νοήματα
βολικά. Δεν το αντέχω το τρέμουλο
όταν χτυπά το τρίτο κουδούνι για να βγω
στη σκηνή.
Ή να γίνω μια τελειότητα να μην εξατμίζομαι
σε λόγους κενούς. Όπου δει.
Για μένα που κατεβαίνω
αυτός ο λόγος μου θέλω να έχει σεμνότητα
– βγαίνει από τα έγκατα με ευλάβεια –
Κι όπως η ζωή είναι αξία επιτακτική
την ακούω να μου υπαγορεύει:
Καλό βόλι.
Για το εδώ.

Stella Arkádi was born  in Vrỳsses, Chania area, Crete, in 1939. She grew up in a family of many children, in the countryside. She studied Drama in Athens and she wrote and directed plays for children and adults. She also translated, in collaboration, Strindberg’s “Moneylenders”. She played the leading role in the film “Vartholomaios” directed by Manoussos Manoussakis (1971-72), and in “Life is Bitter”, directed by the Greek-Canadian Herodotus Kaplatzis (1973). She first appeared in the literary world in 1991 with the collection of poems “Without Inverted Commas”, published by the Workshop of Art and Logos.
Her other works include:
– Ten Nights and Two and a Half Tales, Short Stories, Published by the Workshop of Art and Logos, 1992.
– Blessed Rain, Poems. Published by the Workshop of Art and Logos, 1993.
– Landscapes and Bodies. A play. “Theatraki” publications, 1993.
– Letters to Alexander, Poems. “Theatraki” publications, 1997.
– The Victory of Samothrake, Poems. Published by “P. Kardamitsas”, 2000.
– The Tales of the Earth, Stories for Children. Published by “Iolkós”, 2003.
– Of the Beloved, Poems. Published by “Eriphyle”, 2004.
– Of the Children, Poems. Published by “Eriphyle”, 2007.

Human relations, childhood, early death and nature, are the important themes in Stella Arkádi’s work. Philosophically inclined, bold in her statements, and familiar with European culture, she surprises with her originality and her youthful verve, which often enclose a kernel of crystalline bitterness and sharp anger for the unknown and the unanswerable.

Translation form the Greek:
Maria Tsatsou